…
Ημερολόγιο καταστρώματος/ Μέρα πνιγμού 39η
κι ονομάζεται φόβος, πανικός, θολούρα, απώλεια ελέγχου, ανασφάλεια, τρόμος, θλίψη, και ξανά πανικός, άγχος, αγωνία, θλίψη, εξόντωση, μοναξιά, αβεβαιότητα, χάος, εξάντληση, και ξανά φόβος, ανασφάλεια, αγωνία, τρέμουλο, ταραχή, ένταση, λύπη, βαθιά λύπη, αγωνία, κενό, ανασφάλεια, πανικός, φόβος, ένταση και ξανά ένταση, απώλεια ελέγχου, θολούρα, ονομάζεται πανικός και ξανά φόβος και εξάντληση και ταραχή, αγωνία, φόβος, θλίψη, βαθιά θλίψη, εγκατάλειψη, πανικός, σχεδόν τρόμος, σίγουρα τρόμος, αβεβαιότητα, κενό, κενό
και ξανά ένταση και άρνηση και δεν ξέρω, φόβος, πανικός, αγωνία, μοναξιά, και δε θέλω και κενό, κενό, θλίψη, μόνο μαύρο, αδυναμία, εξάντληση, αδυναμία, κενό κενό,
…
…
Χαράξου κάπου με οποιοδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία
Οδυσσέας Ελύτης
…
Σελίδες ημερολογίου/ Ιούνιος 2012/ Προτρέχω
…
Όλη μου τη ζωή την έφαγα στα ταξίδια
ταξίδια εσωτερικά, ταξίδια φανταστικά, ταξίδια σε μέρη άγνωστα και σε μέρη αγαπημένα.
όταν κάτι δεν με βολεύει το ταξιδεύω
όταν θέλω να ευτυχίσω, πάω μακριά
ονειρεύομαι τετράγωνα μπαλκόνια σε ξένες αυλές
και μυρίζω το υγρό χόρτο σε μακρινά λιβάδια
κι ενίοτε όντως φεύγω
κι άλλοτε αναρωτιέμαι πότε είμαι στ’αλήθεια εδώ
και τι σημαίνει “στ’αλήθεια”;
και πόσο βαρέθηκα να αυτοαναιρούμαι…
και να αναρωτιέμαι τι ακριβώς ήθελα πάλι να πω;
γαμώτο, θυμάμαι εκείνη τη στιγμή που χα ξαπλώσει στο πάτωμα ενός αυτοσχέδιου νησιού μετά από τόσο μεθύσι και δήλωνα περιχαρής ότι σας αγαπάω όλους…
πόσα ταξίδια…
εδώ-εκεί-πουθενά
…
…
Γι’αυτό αν τύχει και μ’αγαπήσεις πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ πώς θα μ’αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ. Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ. Κι εκεί…
Κ.Γώγου
…
…
Γεγονότα και πρόσωπα της πιο ωραίας μου ζωής, της φανταστικής,
που δεν την έζησα ποτέ και θα την κληροδοτήσω ανέπαφη στους μεταγενέστερους.
Και συχνά σχεδίασα ταξίδια στο άγνωστο — θέλω να πω καλύτερα να μη ρωτάει κανείς
γιατί ώσπου να γυρίσω εκείνο το βράδυ απ’ το συμβολαιογραφείο του θείου Ιάκωβου
είχαν όλοι πεθάνει —
από τότε περιπλανιέμαι στην τύχη ή αργοπορώ στα δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων
όπου στενάζει το ανεκπλήρωτο των εραστών, απομεινάρια μοναξιάς κάτω απ’ τα έπιπλα, σκιές από φτωχές αμαρτίες.
Και συνήθως τα πράγματα που κράτησες στα χέρια σου
χάνονταν μυστηριωδώς: σα να ‘σουν κάπου άλλου την ώρα που τα χρησιμοποιούσες.
Ίσως γι’ αυτό κι οι αποτυχίες σου δε σε πλήγωσαν ποτέ, αφού βέβαια την ώρα που αποτύχαινες
εσύ δεν ήσουν εδώ. Πού ήσουν λοιπόν;
Και γιατί γύρισες;
Στο δρόμο, κάτω απ’ τη βροχή, εκείνος ο άγνωστος στεκόταν χρόνια τώρα
ακουμπισμένος στο φανοστάτη. Ποιος άγνωστος! Κι οι φλόγες των κεριών τα βράδια
που τις σαλεύει μια πνοή από κάποια πανάρχαιη συγνώμη — ποιόν συγχωρεί;
Εγώ, όσο μπορώ να θυμηθώ, στεκόμουν στη μικρή γέφυρα του πατρικού κήπου
σε κάποια γέφυρα τέλος πάντων — κι ένιωθα σα να μ’ έχουν μυστικά ετοιμάσει
να υποδεχτώ τη μητέρα τη μέρα που θα με γεννούσε.
Έτσι κι οι εραστές μέσα στην κάμαρα απλώνουν τα χέρια ο ένας
στον άλλον ενώ εκείνοι στέκονται έξω, μόνοι.
Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θ’ αλλάξει ο κόσμος, γιατί όπως όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα — βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα (κι αλήθεια κάποτε παιδιά
αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας για ν’ ανεβάσουμε εν’ άρρωστο πουλί στο δέντρο)
και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους που άργησαν
ή ονειρευόμουν να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος από προσωπικές ευδαιμονίες
και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως οι
νεκροί έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.
Τώρα ανεβαίνω σε μιαν άμαξα απ’ αυτές που διασχίζουν τον ύπνο μου
και δραπετεύω. Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του
άλλου αιώνα
να νοσταλγώ τον Θεό.
Άλλα τις νύχτες παίρνω χάπια και πλαγιάζω νωρίς, όχι για να κοιμηθώ,
αλλά για να πάω σε παράξενες συναντήσεις με ανθρώπους που έχασα
ή με πρόσωπα αβέβαια, θαμπά, πριν από χρόνια σε κάποιες νύχτες ξαφνικά συναντημένα — και δόξα τω Θεώ δεν κατάλαβα ποτέ τον κόσμο
και αυτό το ρίγος που διατρέχει το σπίτι είναι από πράξεις που
αποφύγαμε (και μετανιώσαμε)
μεγάλα γεγονότα που χάθηκαν μες στη συντομία των ήμερων, σκέψεις υπέροχες που αρκέστηκαν στα δάκρυα
και τις νύχτες η πικρή ανάμνηση εκείνων που σε πρόδωσαν
και που ο ύπνος τους συγχωρούσε. Κι αγάπησα τις λέξεις που με ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα.
Α, έχασα τις μέρες μου
αναζητώντας τη ζωή μου.
Ώσπου σιγά-σιγά όλα σωπαίνουν και μόνο το χαλασμένο πάτωμα τρίζει δυσοίωνα — συλλογιέμαι τους δρόμους έρημους κατά κει που
φύγαν τα χρόνια
τα θρανία να σαπίζουν κάτω απ’ τα παλιά υπόστεγα και το ρολόι
πάνω στον κομό χτυπούσε σα μια πληγή, αλλά γιατί να μας παιδεύουν πράγματα
που τα ‘χουμε ξεχάσει
ενώ τα βράδια η σελήνη έβγαινε απαλά απ’ τα σύννεφα φωτίζοντας τα χλωμά χέρια των παιδιών που θα πεθάνουν σε λίγο
και τα όνειρα των τρελών που είναι ίσως αθάνατοι — στιγμές που ανοίγεις ένα παράθυρο σα να λύνεις ένα αίνιγμα ή κλείνεις μια πόρτα σα να συνοψίζεις μια ζωή.
Όμως, εγώ το προαισθανόμουνα ότι αυτή η υπόθεση που άρχισε
τόσο αινιγματικά
θα τελείωνε εντελώς ανεξήγητα — τι θέλω να πω; μα γιατί οι
άνθρωποι να θέλουν πάντα κάτι να πούνε; κι άλλοτε διάβαζα τα γράμματα που είχα γράψει ο ίδιος στον
εαυτό μου έτσι δε μου ‘λειψε ποτέ μια μικρή ανταπόκριση —
θυμάμαι κάποτε που κουρασμένος κάθισα πάνω στη βαλίτσα μου σε κάποιον έρημο
σταθμό:
περίμενα να περάσει ένα παιδικό τραίνο ή να κατέβει από ένα βασιλικό βαγόνι η αξέχαστη Ρεζεντά
γιατί υπήρξα κι εγώ παιδί κι υστέρα νέος κι έκλαψα σε μοναχικά δωμάτια
ή στο πάρκο, νύχτες… Ώ μακρινά πράγματα του κόσμου, δε θα
σας γνωρίσουμε ποτέ όμως εσείς είναι που δίνετε αυτό το νόημα στη ζωή μας.
Λόγια που δεν τα καταλάβαμε παρά όταν ήταν πια αργά, πράξεις ακατανόητες που εξηγήθηκαν μια νύχτα σ’ έναν εφιάλτη κι ίσως η μεγάλη περιπέτεια μας περίμενε σε μια πάροδο που δεν της δώσαμε σημασία.
Όμως
η πραγματικότητα, φίλοι μου, έχει πεθάνει από καιρό, γι’ αυτό σαν πέφτει η νύχτα
θυμηθείτε με. Και συχνά διέσχισα μεγάλους δρόμους χωρίς να φτάσω ακόμα πουθενά
με το φόβο ότι κάποια στιγμή θα εννοήσω, ίσως γι’ αυτό ενδίδω εύκολα κι αχ
δε θα μάθει ποτέ κανείς ποιος είναι ο προορισμός του, «μα, επιτέλους, τι ζητάς;» με ρωτούσε η μικρή εξαδέλφη
«να με θυμούνται, εξαδέλφη».
Κι αλήθεια πόσοι δε χάθηκαν σε μια κάμαρα που δεν τους περίμενε
κανείς και κοίταξα πίσω απ’ τις κουρτίνες μήπως και ξαναβρώ τα παιδικά
μου χρόνια ή τα βήματα ενός μοναχικού διαβάτη αργά τη νύχτα μου θύμιζαν
πάντα πόσο εφήμεροι είμαστε… Κι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μια
φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.
Ά, πότε θα γυρίσουμε, είναι αργά, φέρτε εν’ αμάξι από κείνα τα παλιά
που στάθμευαν στις πλατείες των προαστίων ή απ’ αυτά που φτιάχνουν οι σκιές τ’ απόβραδο
κι εγώ γιατί μεγάλωσα στη σκάλα; τι περίμενα; Φωνές μακρινές ακουσμένες στ’ όνειρο
ή μια νύχτα ερήμωσης κι η ηδονή να κλαις σιωπηλά για πράγματα ξεχασμένα απ’ όλους
ούτε θα ξαναβρούμε εκείνη την εποχή που ζήσαμε ό,τι καλύτερο είχαμε: τον ερωτά για ένα χρωματιστό βότσαλο, τη μυστική ταφή ενός πουλιού
ή ένα γράμμα που πήγαμε στο ταχυδρομείο χωρίς διεύθυνση, γιατί ο παιδικός φίλος τού καλοκαιριού είχε φύγει ξαφνικά χωρίς να μας ειδοποιήσει, «μα δεν έχει διεύθυνση», είπε ο υπάλληλος — από τότε ξέρεις πως ο κόσμος δεν μπορεί να σου δώσει καμιά βοήθεια.
Έξαλλου ήρθε ο καιρός να παραδεχτούμε ότι δεν κάναμε κι εμείς τίποτα, σπουδαίο. Άλλα και ποιο είναι το σπουδαίο; Και σε τι θα βοηθούσε;
Άνθρωποι που μας ξεγέλασε η τύχη ή μας πρόδωσε τ’ όνειρο
κι ώ μάταιες ελπίδες, πόσο σας αγαπήσαμε έναν καιρό.
Σελήνη 20 ήμερων απόψε… Πώς έφυγαν τα χρόνια!
…
Τάσος Λειβαδίτης
…
Εγώ λίγο και λήγεις κι εσύ
Μετρό 10:46 (Μουτζούρα να ξαναδώ αν γράφει το στυλό). Τρέμω για εκείνους που πάνε με αιμόφυρτη την καρδιά στην κουζίνα και φτιάχνουν καφέδες, κοιτάζοντας αμίλητοι έξω από το παράθυρο. Τυλίγουν σφιχτά το ρούχο τους και μυρίζουν το υγραέριο από το γκαζάκι. Tους λέω πως μια μέρα θα τους αγαπήσω, φοβάμαι μη φοβηθούν και φύγουν κι έτσι αποφασίζω να είμαι δίπλα τους στα κρυφά, δεν ξέρουν ότι τους ακούω όταν σηκώνονται αθόρυβα τις νύχτες , βάζουν να πιούν ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο άδειο σαλόνι, κρατάνε την ανάσα τους μη ξυπνήσουν τα παιδιά, κρατάνε την καρδιά τους μη διαλυθεί, να γλυτώσουν, δεν ξέρουν. Αυτή η μοναξιά δεν είναι απο χώμα από λάσπη είναι, όνομα έχουν; Χρόνια μετά, θα μπορέσω να σου αγοράσω ένα δικό σου; Να ρωτήσω πως σε λένε, να πεις; Αγαπώ χωρίς να γνωρίζω ούτε τη σημασία της λέξης ούτε τις βλάβες που προκαλεί , 24ωρα βενζινάδικα, χρωματιστά φώτα, χωρίς εσένα δεν υπάρχει χώρος να κρυφτώ, με τσούζουν τα μάτια μου από την κάπνα μ’ακούς; Δεν χρειάζομαι καμία ιδανική συνθήκη. Σε αφήνω να γαμήσεις επαναλαμβανόμενα έστω και μία ανάμνηση μου που να σε αφορά. Μπορείς; Μικρά, καθημερινά πράγματα. Είμαι σχεδόν πεντάχρονο. Πρόσφατα πέθανα. Έχω σύμβαση αορίστου χρόνου με το μαύρο κι έναν λαμπτήρα στον λαιμό κρεμασμένο. Μπορείς; Αλλαγή σελίδας. Στην χειρολαβή κρεμόταν πριν λίγο ένας άντρας πουλί. Θεέ τους, τι παράξενοι που είναι αυτοί οι άνθρωποι. Δεν έχουν μάτια, μύτη, στόμα. Μια πληγή καλύπτει το μέρος. Με αυτή την πληγή γελάνε, μιλάνε, κλαίνε, μισούν. Κι όσοι γεννήθηκαν να μην σέρνονται, να μην υποκύπτουν στο τραύμα ποτέ, πεθαίνουν με όλα τα χαρακτηριστικά τους. Ξημέρωμα κάπου στον Λυκαβηττό, βυθίζομαι στα ατάραχα νερά των υδρατμών σου. Όλες οι Κυριακές είναι μέρες ανεφοδιασμού και μορφασμών κακής διάθεσης την ώρα που φωτογραφίζω μπουκάλια πορτοκαλάδας. Τις Κυριακές σχεδόν με κλωτσάω μέσα μου. Σαβουριάζομαι στα σκαλιά μου και αιμορραγώ καφέδες και φτηνούς υπαινιγμούς. Οι Κυριακές ευνοούν τις κινήσεις εντυπωσιασμού. Ναι. Η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση. Στα είκοσι, τέτοιου τύπου beat λογοτεχνίες σε απογειώνουν. Στα τριάντα εφτά , κοιτάς τα αδέσποτα καχύποπτα και σχεδόν όλα κουτσαίνουν. Στην πόρτα μου πια χάσκει μια αλήθεια που θα ‘ναι πάντα μισή κι ένα πιτσιρίκι που γατζώνεται πάνω μου να κοιμηθεί και δεν βγάζει ποτέ τα παπούτσια του. An industrial silence και ότι έχει μείνει από μας, απόλυτες ευτυχίες και απόλυτες συντριβές, μέσα σε στοιχειωμένα τρένα που τρέχουν ιλιγγιωδώς σε άνυδρες ράγες γεμάτες οφθαλμαπάτες.
…
…
Η Συνάντηση των Μελισσών
Ποιοι να’ ναι αυτοί πάνω στη γέφυρα που με περιμένουν;
Είναι χωρικοί –
Ο εφημέριος, η μαμή, ο καντηλανάφτης, ο πράκτορας των μελισσών.
Μέσα στο αμάνικο καλοκαιρινό μου φόρεμα είμαι εντελώς απροστάτευτη,
Κι αυτοί είναι όλοι γαντοφορεμένοι και σκεπασμένοι,
γιατί δε με ειδοποίησε κανείς;
Χαμογελούν και βγάζουν τούλια κάτω από αρχαία καπέλα.
Εγώ είμαι γυμνή σαν το λαιμό της κότας,
κανείς δε μ’ αγαπάει;
Μα ναι, να η γραμματέας των μελισσών με τη λευκή ποδιά της,
Κουμπώνει τις μανσέτες στους καρπούς μου και το άνοιγμα από το λαιμό μου μέχρι τα γόνατα.
Τώρα είμαι μεταξένιο γαλατόχορτο, οι μέλισσες δεν θα με προσέξουν.
Δεν θα μυρίσουν το φόβο μου, το φόβο μου, το φόβο μου.
Λοιπόν ποιος είναι ο εφημέριος, αυτός ο μαυροντυμένος;
Ποια είναι η μαμή, είναι αυτό το μπλε παλτό της;
Όλοι γνέφουν με τα τετράγωνα μαύρα κεφάλια τους, είναι ιππότες με προσωπεία,
Με τούλινους θώρακες ραμμένους κάτω απ’ τις μασχάλες.
Τα χαμόγελα και οι φωνές τους εναλλάσονται. Με οδηγούν μέσα από ένα χωράφι φασολιές.
[…]
Τώρα μου δίνουν ένα μοδάτο καπέλο από άσπρη ιταλική ψάθα
Κι ένα μαύρο βέλο που καλουπώνει το πρόσωπό μου, με κάνουν μια απ’ αυτούς.
Με οδηγούν στο θερισμένο χωράφι, στον κύκλο των κυψελών.
Είναι το λευκάγκαθο που μυρίζει τόσο αρρωστημένα;
Το στείρο σώμα του λευκάγκαθου, που ποτίζει αιθέρα τα παιδιά του.
Θα διεξαχθεί κάποια εγχείρηση;
Το χειρούργο περιμένουν οι γείτονές μου,
Αυτή την οπτασία με την πράσινη κάσκα,
Τα απαστράπτοντα γάντια και το λευκό κοστούμι;
Ή μήπως το χασάπη, το μανάβη, το ταχυδρόμο, κάποιον που ξέρω;
Δεν μπορώ να τρέξω, έχω ριζώσει, και το σπάρτο με πληγώνει
Με τις κίτρινές του κάψουλες, την ακάνθινη αρματωσιά του.
Δε θα μπορούσα να τρέξω χωρίς να πρέπει να τρέχω για πάντα.
(…
…
…)
Είμαι εξαντλημένη, εξαντλημένη –
Κίονας λευκού σε μια συσκότηση μαχαιριών.
Είμαι το κορίτσι του μάγου που δεν δειλιάζει.
Οι χωρικοί απεκδύονται τις μεταμφιέσεις τους, δίνουν τα χέρια.
Ποιανού είναι εκείνο το μακρόστενο λευκό κουτί στο λιβάδι,
τι κατάφεραν, γιατί κρυώνω;
Sylvia Plath
…






